Νταϊρέκτλι του δε χελ εντ μπιγιόντ (μέρος α’)

(Στο θεολογικό κλίμα,  μνήμη Μ.Καρ.)

“Παΐσιος; Είναι εδώ κάποιος που τον λένε Παΐσιο;”, είπε κρύβοντας ένα πνιχτό γελάκι στο εφηβικό του πρόσωπο ο Ουρίηλ και τίναξε ήρεμα τα φτερά του στον αέρα. “Ακούς εκεί Παΐσιος, αυτοί οι ορθόδοξοι δε παίζονται, χίλια χρόνια είχα να ακούσω τέτοιο όνομα”, σκέφτηκε αλλά μετά αναστέναξε και θυμήθηκε τα σεξουαλικά του τα άλυτα, αχ αυτό το φύλο των αγγέλων, μόνο προβλήματα δημιουργεί.

Ο Παΐσιος αιωρούταν ένα μέτρο πάνω από το έδαφος σε περισυλλογή και θεοπτία, όταν άκουσε το όνομα του και γυρνώντας να δει ποία είναι η αγγελική φωνή που τον καλεί, έχασε την αυτοσυγκέντρωση του και έπεσε με θόρυβο στη χλόη.

“Τον αντικερατά μου μέσα, ούτε στον Παράδεισο να μην έχει ησυχία”, ψέλλισε μέσα από τα δόντια, αλλά επειδή Αυτός ακούει τα πάντα, αμέσως εμφανίστηκε ένα Χερουβείμ με οχτώ μαγκούρες σε οχτώ χέρια, δύο κανονικά και έξι με φτερά, και άρχισε να τον βαράει. “Συγνώμη…, τελευταία φορά…, δεν θα ξαναγίνει…, όλο το ξεχνάω…, γέρος άνθρωπος…, σε ότι έχω ιερό…” φώναξε, αλλά οι 72 μαγκουριές που είχαν αποφασισθεί προαιωνίως έπεσαν με θεϊκή δικαιοσύνη στο άυλο κορμί του γέροντα. Και μετά το Χερουβείμ έκανε μία περίεργη υπόκλιση και στα τέσσερα κεφάλια του και εξαφανίστηκε προς το φως.

Το φως, εκτυφλωτικό και σταθερό, μαζί με τη χλοερή κατακαμπίλα ήταν το χαρακτηριστικό αυτής της μεριάς του Παραδείσου. Εδώ τουλάχιστον είχε μια αιώνια δροσιά, το κλιματιστικό ήταν μόνιμα στους 21 βαθμούς, τόπος αναψύξεως γαρ. Στη συνέχεια και προς το βορά, όπου άγγελοι και ένοικοι μιλούσαν ρώσικες και σλαβικές διαλέκτους έκανε αντίθετα ζέστη. Πάνω από 35 βαθμούς και αποπνικτική ατμόσφαιρα, να μη μπορείς να καταλάβεις διαφορά με τη κόλαση. Έτσι το ήθελε εκεί ο Παντοδύναμος, μάλλον έτσι το ήθελαν οι πελάτες. Κάπου στα δυτικά, μετά τον μεγάλο φράχτη ήταν ο καθολικός Παράδεισος, όπου τα πράγματα ήταν επιεικώς χειρότερα: ξεραΐλα και σοβαροφάνεια και πολλά, αληθινά πολλά Χερουβείμ με μαγκούρες. Υπήρχε μια κραταιά φήμη ότι πέραν του ανατολικού άκρου και του χάσματος που βρίσκονταν εκεί, υπήρχε ένας άλλος παράδεισος, με βουνά από πιλάφι και ποτάμια από μέλι και κορίτσια με πιασίματα και ελάχιστα πέπλα, αλλά ουδέποτε επαληθεύτηκαν και παρέμειναν φήμες. Χειρότερη ήταν η κατάσταση με την υπόκωφη φήμη για έναν υπερανατολικό παράδεισο γεμάτο από το απόλυτο τίποτα. Σκοτάδι, ησυχία, αιώνια σιγή, ανυπαρξία. Ζεν. Ο Παΐσιος αναπόλησε για λίγο αυτή την ευδαιμονία αλλά με την άκρη του ματιού του νόμισε ότι είδε Χερουβείμ και μάζεψε τη σκέψη του.

“Ευλογητός ει, Κύριε, εγώ είμαι αυτός που ζητάς, Ουριήλ, φως του Θεού”. “Ναι, ναι, ανάστα, ο Θεός, κρίνον την γην”, απάντησε τελετουργικά ο αρχάγγελος. “Λοιπόν, μάστορα, πρέπει να παρουσιαστείς αμέσως στο Γραφείο της Οργάνωσης Μηλέας Παραδείσου για επείγουσα κομματική δουλειά”.

(Συνεχίζεται…)

Advertisements

2 Comments

Filed under Uncategorized

2 responses to “Νταϊρέκτλι του δε χελ εντ μπιγιόντ (μέρος α’)

  1. Pingback: Υπόγεια διαδρομή

  2. Pingback: Νταϊρέκτλι του δε χελ εντ μπιγιόντ (μέρος γ’) | Υπόγεια διαδρομή

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s