Author Archives: ifraublucher

Deconstructing Alexis

 

Είχε συνέντευξη τύπου χτες ο Αλέξης. Ήταν πολύ σοβαρός, πάρα πολύ σοβαρός, όπως πάντα τώρα τελευταία. Τέρμα τα χαμόγελα και η ελαφρότης. Τώρα έχει δουλειές. Πρέπει να πουλήσει το νέο προϊόν, τον ενιαίο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ. Να προσελκύσει επενδυτές, που θα λαμβάνουν μέρος στις αποφάσεις.

Σκοπός και καθήκον του νέου φορέα είναι, όπως λέει ο Αλέξης, «να σταματήσουμε τη καταστροφή, να οργανώσουμε την ανατροπή, να σχεδιάσουμε την ανοικοδόμηση της πατρίδας μας». Με αυτή τη σειρά, έτσι; Πρώτα ανατρέπουμε και μετά σχεδιάζουμε. Λίγο σαν το γήπεδο της ΑΕΚ στη Φιλαδέλφεια: πρώτα το γκρεμίζουμε και μετά τρέχουμε να βρούμε πού θα παίζουμε. Οργανωμένα πράγματα.

Και συνέχισε: «Θα τα καταφέρουμε, αν έχουμε τον λαό μαζί μας», είπε ο κ. Τσίπρας, επισημαίνοντας με ικανοποίηση ότι ήδη, στο πλαίσιο της ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ, έχουν γίνει 550 ανοιχτές συνελεύσεις με τη συμμετοχή δεκάδων χιλιάδων πολιτών. Πράγματι, η συμμετοχή ήταν πάντα των ίδιων 20 πολιτών. 20Χ550=δεκάδες χιλιάδες πολίτες.

Στο πλαίσιο του γενικού εκδημοκρατισμού, ο ΣΥΡΙΖΑ «θα καθιερώσει τον θεσμό δημοψηφισμάτων στο κόμμα για τη λήψη αποφάσεων στα μεγάλα θέματα». Στο κόμμα, έτσι; Να εξηγούμαστε. Τα μέλη του κόμματος θα ψηφίζουν για τη στάση του κόμματος στα μεγάλα θέματα. Όχι όλος ο λαός. Μην τρελαθούμε κιόλας – να ζητάμε τη γνώμη του πάσα ένα για τα μεγάλα θέματα. Α, και μετά, αφού αποφανθεί ο κορμός, βλέπουμε τι θα κάνουμε και με τα κλαράκια της κυβέρνησης, τους κομουνιστές, τους ανανεωτικούς και τους σοσιαλδημοκράτες. Εξάλλου, κλαράκια είναι. Λυγίζουν και σπάνε.

Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με την πολιτική συμμαχιών, ο κ. Τσίπρας είπε ότι το κόμμα του απευθύνεται πρωτίστως στις προοδευτικές αριστερές δυνάμεις.
Εδώ, Χιούστον, γουί χαβ α πρόμπλεμ. Ποιες προοδευτικές αριστερές δυνάμεις – κάτσε να δούμε ποιους έχουμε: τους κομμουνιστές, αλλά όχι του ΚΚΕ, γιατί δεν θέλει· την ανανεωτική αριστερά, αλλά όχι τη ΔΗΜΑΡ γιατί έχει γίνει μερκελίστρια· τη σοσιαλδημοκρατία, αλλά όχι το ΠΑΣΟΚ γιατί είναι επίσης μερκελιστές εκεί, εκτός από αυτούς που δεν είναι, και έχουν ήδη έρθει στον ΣΥΡΙΖΑ. Ε, εντάξει, πέντ’-έξι θα τους βρει, δεν είναι θέμα. Απλώς θα τους βρει έξω από τη Βουλή. Μέσα, είπαμε: θα σχεδιάσουμε μετά. Εξάλλου, υπάρχει και ο γλάρος για καβάτζα.

 Για τον εκλογικό νόμο, ο κ. Τσίπρας είπε ότι υπάρχει ανάγκη για εκλογικό σύστημα που θα σέβεται την ψήφο των πολιτών. Αλλά μην το παρακάνουμε κιόλας στον σεβασμό, με απαιτήσεις για απλές αναλογικές και τέτοια, γιατί «πρέπει να προκύψει σαφής κοινοβουλευτική πλειοψηφία σωτηρίας της κοινωνίας και με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ να προχωρήσει σε θεσμικές αλλαγές, που αφορούν όχι μόνο το εκλογικό σύστημα, αλλά και την οργάνωση του κράτους, την αντιμετώπιση της διαπλοκής και νέο Σύνταγμα». Και βλέπουμε. Αλλά μπορεί και όχι.

 Κληθείς να σχολιάσει τις συζητήσεις για ανασυγκρότηση της Κεντροδεξιάς, ο κ. Τσίπρας εκτίμησε ότι η πολιτική ζωή «λατινοαμερικανοποιείται». Δηλαδή; Βολιβιοποιείται; Αργεντινοποιείται; Και εν πάση περιπτώσει, τι ρατσισμός είναι αυτός; Όπως τότε που είπε ο Στουρνάρας, «Μη γίνουμε Αργεντινή». Τέτοιος ρατσισμός!

Τέλος, ο Αλέξης εκτίμησε ότι «οι επόμενες εκλογές θα κριθούν από την απάντηση που έχει να δώσει κάθε δύναμη σε σχέση με την επόμενη ημέρα, αν μπορεί, δηλαδή, να δώσει ένα όραμα για τον λαό», υπογραμμίζοντας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «έχει αυτό το πλεονέκτημα». Το απέδειξε, άλλωστε. Αν και δεν μας είπε ποιανού ακριβώς γέροντα είναι το όραμα πως την άνοιξη θα γίνουν εκλογές. Ή από ποιες ψυχοτρόπες ουσίες προκύπτει. Πάντως, δεν είναι και πολύ εύκολη δουλειά το όραμα. Δεν είναι παίξε-γέλασε να ενσωματώνεις οποιοδήποτε αίτημα ακούς γύρω σου, στο δρόμο. Κι έχει και μια νοσταλγία όλο αυτό, μια γλυκιά νοσταλγία. Τέτοια πολιτική οραμάτων είχαμε 30 χρόνια ν’ ακούσουμε. Άντε, μωρέ, συγκινήθηκα τώρα.
Image
[Αλέξης: “Τι ώρα είναι, λέει, το επόμενο όραμα;”]

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Η Χρυσή Αυγή και οι Άλλοι

Image

Οι ειδήσεις τον τελευταίο καιρό είναι μόνο δύο: τα νέα μέτρα και η Χρυσή Αυγή. Μοιάζει λες και η Ελλάδα όλη, με το έμπα του Σεπτεμβρίου, να έχει εγκλωβιστεί ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο ζεύγη επίθετου-ουσιαστικού και να πνίγεται. Κι εγώ συχνά έτσι νιώθω. Πως από εδώ και πέρα έτσι κάπως θα ζούμε. Μέσα σε αυτόν ακριβώς τον διττό παραλογισμό.

Η Ελλάδα ήταν πάντα παράξενη χώρα. Μια από τις ελάχιστες περιοχές με αρχαίο πολιτισμό που δεν έγινε (επισήμως) αποικία όπως η Αίγυπτος, η Ινδία. Μια περιοχή όπου οι άνθρωποι που έζησαν εδώ μέσα στους αιώνες γνώρισαν τόση ελευθερία όση και δουλεία. Που φάνηκαν αρκετά ευφυείς και ανθεκτικοί ώστε να επιβιώσουν μαζί με τη γλώσσα τους, εφευρίσκοντας ξανά και ξανά τον πολιτισμό τους. Κρατώντας κομμάτια του παρελθόντος τους μέσα σε αποστειρωμένες γυάλες και πετώντας άλλα στο Μόρντορ της συλλογικής λήθης.

Έτσι, παραδόξως, είμαστε μια χώρα (ή μάλλον ένας γεωγραφικός χώρος) με μεγάλη και σημαντική πολιτική ιστορία αλλά χωρίς σύγχρονες πολιτικές αρχές. Ξέρετε, αυτά τα βαρετά, σταθερά, κοινωνικώς συμπεφωνημένα πράγματα στα οποία βασίστηκαν οι δυτικές δημοκρατίες. Αυτά που υποτίθεται πως τηρούν στο μεταξύ τους συμβόλαιο οι πολίτες και οι εξουσίες, ελέγχοντας (και τιμωρώντας) αλλήλους σε περίπτωση καταπάτησής τους: οι μεν πολίτες τιμωρούν διά του μαυρίσματος στις εκλογές, οι δε εξουσίες διά της εφαρμογής του δικαίου. Και δεν έχουμε πολιτικές αρχές όχι επειδή δεν τους χρειαζόμαστε επειδή τάχα, σε αντιστάθμισμα, εμφορούμαστε από βαθιά αγαθά, χριστιανικά συναισθήματα (τα πραγματικά βαθιά συναισθήματα είναι που εν τέλει επιλέγονται και συνειδητά ως αρχές και γίνονται θεσμοί σεβαστοί) αλλά από μια απέραντη επιφανειακότητα όσον αφορά τις ηθικές σχέσεις μας με τους Άλλους. Δεν εννοώ την οικογένεια, τους γνωστούς και τους φίλους μας. Εννοώ τους άγνωστους Άλλους, τους συμπολίτες μας, τους ανώνυμους για μας συνανθρώπους μας.

Η κοινωνία τα τελευταία χρόνια στροβιλίζεται ανεξέλεγκτα και διαλύεται. Λες και μόλις χάθηκαν τα λεφτά (κατ’ ουσίαν, και πριν καλά-καλά χαθούν), χάθηκε αυτομάτως και κάθε ηθικός φραγμός στη συμπεριφορά μας απέναντι στον Άλλο. Η ατιμωρησία των πολιτικών υπευθύνων της κρίσης προβάλλεται ως κύρια αιτία για τη στροφή του λαού στη βία. Φυλακές, κρεμάλες, ξύλο, διαπόμπευση είναι οι προτεινόμενοι τρόποι αποκατάστασης του αισθήματος του δικαίου. Και ταυτόχρονα είναι ακριβώς αυτοί που θα εξέθρεφαν ακόμα περισσότερο το μίσος και τη βία. Βέβαια, ίσως το ζήτημα να είναι ακριβώς πως για μεγάλο μέρος του λαού, η βία ως ιδέα ή/και ως πράξη δεν αποτελεί όνειδος, ούτε καν πρόβλημα, αρκεί να κατευθύνεται προς τον εκάστοτε άγνωστο, ανώνυμο «Άλλο».

Οι μικροπωλητές, για παράδειγμα, μετά τους τραμπουκισμούς της Ραφήνας, δήλωσαν απερίφραστα στήριξη στη δράση της ΧΑ. Που σημαίνει: δεν με νοιάζει τι κάνεις, αρκεί να είναι υπέρ μου. Το πολύ-πολύ να χτυπήσω και μια μικρή (όχι μεγάλη) εκλογίκευση, ότι δηλαδή αφού το κράτος δεν κάνει τη δουλειά του, κάποιος πρέπει να την κάνει. Κι όταν, για κάποιο λόγο, εσύ ο τραμπούκος στραφείς εναντίον μου, θα καταραστώ ξανά το κράτος, που σου επέτρεψε να στραφείς εναντίον μου, ενώ πρώτα, βέβαια, το έχω υπονομεύσει νομιμοποιώντας τη δική σου αθέμιτη, παράνομη δράση. Η ΧΑ έχει γίνει ένας δημόσιας χρήσης μπράβος. Προσφέρει υπηρεσίες άσκησης βίας «δωρεάν». Και υπάρχει μεγάλη ζήτηση.

(Ύστερα απ’ όλα αυτά, πώς μπορεί να μη φαντάζει σαν έκθεση γυμνασίου η αναφορά στην «αξιοπρέπεια» που θα είχε η Ελλάδα αν ακολουθούσε τον δρόμο της Αργεντινής. «Αξιοπρέπεια» – για έναν λαό όπως ο ελληνικός, που σε συνθήκες απείρως πιο ήπιες από τα 55% και τα 45% κάτω από το όριο της φτώχειας, επί κάμποσα χρόνια –σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του ΟΗΕ– κατάφερε να γλιστρήσει με χάρη ντοπαρισμένης μπαλαρίνας στον νεοναζισμό.)

Αποδίδω σε μια ολόκληρη κοινωνία τα χαρακτηριστικά του 10%; Όχι, σίγουρα όχι σε ολόκληρη. Ένα μεγάλο μέρος της όμως, που μοιάζει να διογκώνεται ολοένα, ναι, νομίζω πως ρέπει χωρίς σοβαρή αντίσταση προς την άρνηση των βασικών αρχών της δημοκρατικής συνύπαρξης, με πιο πρακτικό και φαντεζί εκφραστή της τη ΧΑ.

Η ΧΑ δεν είναι ένα ακροδεξιό πολιτικό κόμμα. Είναι μια τρομοκρατική οργάνωση που εσχάτως απέκτησε και ενεργό πολιτικό σκέλος. Δεν διαφωνώ (αντιθέτως, αυτό ακριβώς υποστηρίζω) ότι, για την ώρα, η ΧΑ είναι απλώς σύμπτωμα. Το πρόβλημα όμως είναι ότι αυτό το ίδιο σύμπτωμα έχει όλα τα φόντα για να μετεξελιχθεί σε αυτόνομο νόσημα – ακόμα σοβαρότερο κι ακόμα πιο επικίνδυνο από την αρχική αιτία. Και κυρίως, ανεξάρτητο πλέον από αυτήν. Μια κοινωνία όπου ο φασισμός θα έχει ριζώσει γερά, όπου η βία πολίτη εναντίον πολίτη θα έχει νομιμοποιηθεί στις συνειδήσεις, δεν θεραπεύεται πια απλώς με καμία αποκατάσταση της οικονομικής ασφάλειας. Θέλει επίμονη, αταλάντευτη, μακροχρόνια, υπομονετική ιδεολογική μεταστροφή μέσω της παιδείας που θα παρέχεται τόσο άνωθεν όσο και από τη βάση.

Και κάτι τελευταίο: Σε πολλές από τις συζητήσεις που διεξάγονται εσχάτως περί της ανεξέλεγκτης ανόδου της ΧΑ (όχι τόσο περί της γέννησής της), παρεμβάλλονται αναφορές, μεταξύ άλλων, και στον ΣΥΡΙΖΑ. Ανάλογα με το ποιόν του εκάστοτε συντάκτη, αυτές οι αναφορές μπορούν να υποστηρίζουν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό τη συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ ή και της Αριστεράς γενικά σε ένα κλίμα ανοχής απέναντι στη βία ή και στην ίδια τη βία. Για πολλούς, και μόνο η συνύπαρξη των λέξεων ΧΑ και ΣΥΡΙΖΑ στο ίδιο κείμενο ενεργοποιεί έναν (ελαττωματικής λογικής, κατά τη γνώμη μου) μηχανισμό επιθετικής άμυνας ή αμυντικής επίθεσης, που φτάνει να ερμηνεύσει τις αναφορές ακόμα και ως «πολιτική ίσων αποστάσεων ανάμεσα στο Ολοκαύτωμα και στο όραμα μιας κοινωνίας ισότητας και δικαιοσύνης». Δεν θα επεκταθώ επ’ αυτού. Έτσι κι αλλιώς, δύσκολα παρακολουθεί κανείς διάλογο μεταξύ κουφών Ράμπο. Δεν έχει καν πλάκα.

Σε ό,τι με αφορά όμως: Προφανώς δεν εξισώνεται ούτε ταυτίζεται η Αριστερά ή ο ΣΥΡΙΖΑ με τη ΧΑ. Σε κανένα σύμπαν. Φυσικά και όχι. Με τίποτα. Είναι απόλυτα προφανές, και εγώ προσωπικά μπορώ να το υποστηρίξω απερίφραστα. (Προσπαθώ να το πω όσο πιο καθαρά μπορώ. Αλήθεια.) Εκείνο για το οποίο εγκαλείται ο ΣΥΡΙΖΑ από όσους έχουν ακόμα σώας τας φρένας είναι ένα είδος εγκληματικής αφέλειας: πρέπει να είναι κανείς απύθμενα αφελής για να θεωρήσει πως ένας λαός που βρίσκεται στα κάγκελα λόγω της επίθεσης που δέχτηκε στο εισόδημά του (και κατ’ επέκτασιν στον τρόπο ζωής του), ένας λαός χωρίς πολιτική κουλτούρα και αρχές, που εκπαιδεύτηκε επί δεκαετίες από το ίδιο το σύστημα στην απαξίωση της πολιτικής, είναι σε θέση να διακρίνει την «καλή» και την «κακή» βία. Να «πλοηγηθεί» (όπως διάβασα κάπου) ανάμεσα στα είδη και τις διαβαθμίσεις της. Η βία της εξουσίας και των ΜΑΤ ενάντια σε διαδηλωτές είναι κακή. Χωρίς εισαγωγικά. Έτσι. Κακή. Εγκληματική. Και προκλητική επίσης. Τα πράγματα μπερδεύονται όταν αρχίζουν τα «μα-μου» σχετικά με τη βίαιη συμπεριφορά των πολιτών – που ναι, ενίοτε προκαλούνται αλλά όχι, δεν είναι όλοι αθώες περιστερές και όχι, δεν είναι όλοι εξαθλιωμένοι και απελπισμένοι. Είναι τεράστιο λάθος να δικαιώνεις (όχι να δικαιολογείς, αλλά να δικαιώνεις) την πυρπόληση κτιρίων, τις χειροδικίες, την Ύδρα, τα γιαούρτια ή και τις ευθείες απειλές για ξύλο σε βάρος του Παπούλια, που πέρα από Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι και γέρος άνθρωπος. Και μ’ αυτό δεν εννοώ πως είναι το ίδιο πράγμα τα παραπάνω με τους βάρβαρους, εγκληματικούς ξυλοδαρμούς μεταναστών και τα κακουργήματα της ΧΑ. Δεν είναι. Το ξαναλέω, δεν είναι. Δεν τα εξισώνω. Λέω ότι, όταν καγχάζεις την καταδίκη της βίας «απ’ όπου κι αν προέρχεται και επικαλείσαι «τη βία του μνημονίου» χρησιμοποιώντας την ως a priori δικαιολογία για κάθε συμπεριφορά, πάρα πολύς κόσμος, πολύ περισσότερος απ’ ό,τι φανταζόμασταν στις εποχές του καταναλωτικού μας τριπ, μπορεί να οδηγηθεί ή να μεταπηδήσει με ευκολία από τη μια κατηγορία στην άλλη. Η πόρτα είναι ανοιχτή και οι ηθικοί φραγμοί, ελάχιστοι. Και φορέας της «άλλης», της εγκληματικής βίας είναι σήμερα στην Ελλάδα η ΧΑ.

Προλαμβάνοντας έναν πιθανό αντίλογο, να πω ότι δεν υποστηρίζω καθόλου πως οι πολίτες πρέπει να καθόμαστε με σταυρωμένα χέρια, να δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τα πάντα και να περιμένουμε να γίνουμε Κινέζοι (φαντάζομαι πως αφού αυτό το παράδειγμα το έχει χρησιμοποιήσει και ο κ. Τσίπρας, δεν θα χαρακτηριστεί «ρατσιστική αντιμετώπιση», έτσι;) Λέω ότι τα κόμματα έχουν ευθύνη να καθοδηγούν, να εκπαιδεύουν, θα έλεγα, τον κόσμο που συντάσσεται πίσω τους ΚΑΙ όσον αφορά το ύφος της διαμαρτυρίας, που αποτελεί αναπόσπαστο και πολύτιμο κομμάτι της δημοκρατίας. Και θεωρώ μεγάλο και επικίνδυνο σφάλμα να επιλέγουν να βάζουν κάτω από τη φτερούγα τους ακόμα κι εκείνους που έχουν επιτελέσει παράνομη πράξη, με την έωλη πρόφαση ότι «οι Άλλοι έχουν κάνει χειρότερα». Όχι, δεν έσπρωξε ο ΣΥΡΙΖΑ και η Αριστερά, ούτε και καμιά άλλη πολιτική δύναμη τον κόσμο προς τη ΧΑ. Δυστυχώς όμως δεν τον συγκράτησε κιόλας.

1 Comment

Filed under Uncategorized

“Put-the candle-back”?

Image

Έχω στηθεί από χτες στην τηλεόραση και περιμένω σαν το τζάνκι τα νεότερα για τον σχηματισμό κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ. Είναι μεγάλο το τίμημα της αναμονής, γιατί ταυτόχρονα προσπαθώ, εχμ, να δουλέψω, ενώ από πάνω έχω να υποστώ και τις ασύλληπτου εύρους ανοησίες που εκστομίζουν από τη μια οι δημοσιογράφοι, όσο δεν έχουν τίποτε καινούργιο να μεταδώσουν, και από την άλλη οι panelistas, που τραβάνε καθένας το ζόρι του. Παρατηρώντας, για παράδειγμα, πόσο κατατονικοί δείχνουν εξαίφνης όλοι ανεξαιρέτως οι εκπρόσωποι των Ανεξάρτητων Ελλήνων, θυμήθηκα το σύνθημά τους: «Είμαστε εσύ». Spooky – προφανώς, αλλά όχι μόνο αυτό. Τελεί επίσης σε πλήρη ευθυγράμμιση με την πιο μουχλιασμένη αντίληψη περί «πολιτικού»: Ο άνθρωπος του λαού. Εγώ που σας καταλαβαίνω, γιατί είμαι σαν εσάς. Ένας από σας. Αυτή, ακριβώς αυτή η αντίληψη μου φαινόταν πάντα τόσο λάθος, τόσο σατανικά διεστραμμένη – και εν τέλει ολέθρια. Είναι η αντίληψη που επιτρέπει σε έναν βουλευτή, ας πούμε, να βιαιοπραγεί, και στον ψηφοφόρο να ταυτίζεται με αυτόν τον βουλευτή και να τον επιβραβεύει. Ειλικρινά, όποτε ακούω αυτή τη φράση, θέλω να ξεριζώσω τα νύχια μου. Ή τα νύχια όποιου τη λέει.

Προφανώς, δεν είναι όλες οι δουλειές για όλους – πόσο μάλλον η δουλειά του πολιτικού. Για μένα, γενικά, οι δυσκολότερες δουλειές (οι πιο βαριές και ανθυγιεινές) μού φαίνεται πως είναι όσες ενέχουν πολλή ανθρωπίλα: Συνεχή τριβή με Άλλους, συνεννοήσεις επί συνεννοήσεων, αναγκαστική συνεργασία, διαπραγματεύσεις κάθε λογής – τέτοια. Να ακούς το μακρύ του ενός και το κοντό του δεύτερου και να αντέχεις να μην ουρλιάξεις που ό,τι είναι για σένα αυτονόητο είναι για κάποιον άλλο αδιανόητο. Να βλέπεις, ενδεχομένως, την ανία, την άνοια και κυρίως την τεμπελιά ή την αδιαφορία των κατ’ ανάγκη συνεργατών σου και παρ’ όλα αυτά να προσπαθείς να βγάλεις άκρη. Να βρίσκεσαι συνειδητά σε μια μόνιμη κατάσταση διαβούλευσης κάνοντας ταυτόχρονα τη δουλειά. Αν σ’ όλο αυτό το σύνολο κοτσάρεις και έναν εθνικών διαστάσεων εκθέτη, αν το σκεφτείς όχι ως απλή καθημερινή δουλίτσα αλλά στην κλίμακα μιας χώρας που κρατιέται όρθια με σελοτέιπ μέσα σε μια ήπειρο που επίσης δεν νιώθει και πολύ καλά τελευταία – ε, εντάξει. Πουτ δε κανντλ μπακ, που έλεγε και ο αγαπημένος μου Doctor Fronkenstin (αχ…) καθώς τον συνέθλιβε το μυστικό πέρασμα που είχε μόλις ανακαλύψει.
Image
Ναι, το εγχείρημα της ΔΗΜΑΡ να βάλει το κεφάλι της στον ντορβά και να συμμετάσχει σε μια ετερόκλητη κυβέρνηση συνεργασίας που προϋποθέτει τόσο ρίσκο και θα απαιτήσει τόση τριβή, τόση προσπάθεια (προφανώς, κάθε κυβέρνηση απαιτεί εξ ορισμού προσπάθεια· απλώς εδώ έχουμε πλέον να κάνουμε με συνθήκες σανιδωμένου βαθμού δυσκολίας), τόσο κόπο σε κάθε βήμα, τόσο γερό στομάχι μπρος στις επιθέσεις αμιγούς κακεντρέχειας και στις δημιουργικότατες κατάρες που σίγουρα θα εισπράξεις – το εγχείρημα αυτό, λοιπόν, μου φαίνεται ασύλληπτο. Αποτελεί ούτως ή άλλως ιστορική στιγμή η συμμετοχή της Αριστεράς στη διακυβέρνηση, πράγμα που ανεβάζει κατακόρυφα την τάση του ηλεκτρικού του φορτίου. Αν, λοιπόν, ήμουν ο Κουβέλης, πιθανότατα δεν θα το τολμούσα ποτέ. Δεν θα το άντεχα.

Και γι’ αυτό ακριβώς, έστω κι αν δεν έχω ιδέα τι θα βγει τελικά, χαμογελάω τώρα σαν βλαμμένο: χαμογελάω επειδή ακριβώς η ΔΗΜΑΡ δεν είναι εγώ. Δεν είναι σαν εμένα. Είναι καλύτερη. Ο Κουβέλης δεν είναι εγώ. Είναι καλύτερος. Είναι αυτό που πρέπει να είναι οι πολιτικοί. Καλύτεροι από τους ψηφοφόρους τους.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

“Φασισταριό κι εσείς; Ναι, ναι, κι εμείς – μάλλον”


Ένεκα που το εθνικό μας μενού αυτή την εποχή είναι το «Όλα στα κάγκελα» (μόλις πιάσουν οι αέρηδες, θα ξαναγίνει το “Όλα στα κάρβουνα”), παραθέτω μερικά αποτρόπαια ερωτήματα ενός πορτοφάγου (χωρίς πολλά κάγκελα), ξέροντας εκ των προτέρων την αμετάκλητη ετυμηγορία του σοφού λαού. Έχουμε και λέμε:

* Μπορώ να μισώ τα εγκληματικά αποβράσματα της ΧΑ και να θυμώνω και με τους κάθε λογής τραμπούκους χωρίς να χαρακτηριστώ φασισταριό;

* Μπορώ να κάνω κριτική στις θέσεις και στον λόγο του ΣΥΡΙΖΑ χωρίς να χαρακτηριστώ φασισταριό;

* Μπορώ να ονειρεύομαι μια υγιή και δίκαιη αστική δημοκρατία χωρίς να χαρακτηριστώ φασισταριό;

* Μπορώ να απαντώ όταν με προσβάλλουν χωρίς να χαρακτηριστώ φασισταριό;

* Μπορώ να σβήνω οποιονδήποτε άγνωστο «φίλο» μού κάνει κήρυγμα στο FB χωρίς να χαρακτηριστώ φασισταριό;

* Μπορώ να μην αισθάνομαι αλληλεγγύη προς οποιονδήποτε αναρχικό χωρίς να θεωρηθώ φασισταριό;

* Μπορώ να μην θεωρώ εξ αρχής πως όποιος αυτοκτονεί έχει δίκιο σε όσα πιστεύει;

* Μπορώ να συζητάω για αδικίες στην προ μνημονίου εποχή χωρίς να χαρακτηριστώ αντιδραστική;

* Μπορώ να κριτικάρω την επαναστατική ρητορική χωρίς να χαρακτηριστώ βολεμένη;

* Μπορώ να μην θεωρώ οπωσδήποτε φίλο μου τον εχθρό του εχθρού μου;

* Μπορώ να αντιπαθώ εξίσου τη διχαστική ρητορική του Σαμαρά και του Τσίπρα;

* Μπορώ να σέβομαι τον πολιτισμό χωρίς να χαρακτηριστώ Ρόκα-Παρμεζάνα και Ρεσώ;

* Μπορώ να μην επιθυμώ διακαώς την Ενότητα της Αριστεράς χωρίς να χαρακτηριστώ μαύρη αντίδραση;

* Μπορώ να μιλάω περί Ορθού Λόγου και να μην ταυτίζομαι με τον Απόστολο Δοξιάδη;

* Μπορώ να αμφισβητώ την ορθότητα των αποφάνσεων του Ζίζεκ χωρίς να χαρακτηριστώ αγράμματη;

* Μπορώ να αμφισβητώ την ορθότητα των αποφάνσεων του Βαρουφάκη χωρίς να χαρακτηριστώ νεοφιλελεύθερη;

Ε;

1 Comment

Filed under Uncategorized

“Ακύρωσέ Με!”

Image

[Η σκηνή από το άγνωστο μέχρι πρόσφατα αριστούργημα του ελληνικού νεο-ρεαλισμού με τίτλο «Ακύρωσέ Με», εκτυλίσσεται στην κουζίνα ενός μικροαστικού σπιτιού.]

 

«Μην τον ξεσυνερίζεσαι, κόρη μου, τον Αλέξη. Τον ξέρεις δα. Δεν τα εννοεί αυτά που λέει πάνω στον θυμό του. Ναι, εντάξει, είναι λίγο νευρικός, λίγο αψίκορος, θέλει να φαίνεται σκληρός και μπορεί να σηκώσει και χέρι καμιά φορά, αλλά τι να κάνουμε; Άντρας σου είναι, πώς να τον αρνηθείς; Κατά βάθος είναι καλός, το καλό σου θέλει, κι όλοι τον αγαπάνε, δεν βλέπεις; Μόνο καλά λόγια λένε γι’ αυτόν στο καφενείο. Μην υπερβάλλεις κι εσύ – τι σου είπε πια, καημένη; Επειδή λίγο σε έβρισε; Και τι έγινε; Επειδή σε απείλησαν εκείνα τα τρελόπαιδα, η παρέα του, πως θα σου κόψει τα πόδια; Χα χα χα! Ε, καλά! Έτσι είναι αυτά τα πράγματα. Πάνω στον θυμό τους, λένε διάφορα οι άνθρωποι. Ναι, το ξέρω πως κι εσύ θυμώνεις, αλλά τέτοια δεν λες. Τι να κάνουμε, τώρα; Μην ξεχνάς πως έχετε μια οικογένεια που πρέπει να μείνει ενωμένη, έχετε το Κοινό Καλό να σκεφτείτε. Πώς θα πάει για δήμαρχος, αν δεν σ’ έχει πλάι του; Πώς θα τα βάλει με τους μεγαλοτσιφλικάδες; Τόσα πράγματα έχει υποσχεθεί στον κοσμάκη. Έλα, κόρη μου, κάνε την καρδιά σου πέτρα – είδες πόσο γρήγορα τα ξεχνάει όλα και σε θέλει πάλι κοντά του; Είδες που πάλι σου ζητάει να του φτιάχνεις τον καφέ του, να του φέρνεις τις παντόφλες του; Είδες πόσο τρυφερός γίνεται; Ψυχούλα! Άντε κόρη μου, πήγαινε στον άντρα σου. Και πάρε και τα παιδιά μαζί. Να μαθαίνουν τις αλήθειες της ζωής. Ε; Ε; Κάτσε… πού πας; Πού πας με το μαχαίρι, κορίτσι μου; Στάσου! Το Κοινό Καλό! Βαγγελίστρα μου, τι συμφορά θα μας εύρη!»

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Τρία Βλήματα για την Έξοδο από την Κτίση

Image

Ο γραμματέας είχε αρχίσει πια να νυστάζει. Προσπάθησε να αντισταθεί στον πειρασμό να ξαπλώσει, επιτέλους, στο συννεφάκι του και να ρίξει έναν ύπνο. Πληκτρολογούσε εδώ και ώρες τα Τρέχοντα Προσχέδια Πορείας της Ανθρωπότητας, που είχε εκπονήσει το Επουράνιο Συμβούλιο Διαχείρισης Πεπρωμένου, προκειμένου να τα μεταβιβάσει στην Επιτροπή Επικαιροποιήσεων και εν συνεχεία στους κατώτερους υπαλλήλους του Ανθρωπολογικού Τομέα που επιβλέπουν τις κατά τόπους Ομάδες Εκτέλεσης Προγραμματισμού Κρατών-Εθνοτήτων-Προσώπων. (Υπήρχαν, βέβαια, εισηγήσεις για σαφή διαχωρισμό των αρμοδιοτήτων των Ομάδων και αποσύνδεση των Προσώπων από τα Κράτη και τις Εθνότητες, αλλά η συζήτηση τραβούσε σε μάκρος, καθώς το λεγόμενο Λόμπι του 19ου Αιώνα κρατούσε ακόμα πολύ γερά πόστα.)

Ήπιε μια γουλιά καφέ και τον έφτυσε ξανά στο πλαστικό κύπελλο. Σκατά, είχε ξεχάσει πως είχε σβήσει μέσα τσιγάρο. Κοίταξε την οθόνη. Πού είχε μείνει; Α, εδώ, Ελλάδα – τι; πάλι Ελλάδα; Πότε είχε ξαναγράψει γι’ αυτούς; Τι διάολο έκανε αυτός ο Θεός της Ελλάδας – πάλι πλεϊστέισον έπαιζε; Τέλος πάντων, άντε να τελειώνουμε. Τι λέει; «Τρία Βήματα για την Έξοδο από την Κρίση». Ο γραμματέας άρχισε να πληκτρολογεί. Χασμουρήθηκε. Έκλεισε τα μάτια. Στη δεύτερη λέξη, ο παράμεσος του δεξιού του χεριού προσγειώθηκε λίιιιγο πιο αριστερά από το πλήκτρο του τόνου. Και στην τελευταία, ο δείκτης λίιιιγο πιο δεξιά από το ρο…

Ο υπάλληλος της Εκτέλεσης Προγραμματισμού κοίταξε ξανά το χαρτί που είχε μπροστά του. «Ρε, κοίτα να δεις, που απέκτησαν ξαφνικά και χιούμορ στην Επιτροπή Επικαιροποιήσεων και στον Ανθρωπολογικό». Χαμογέλασε και πήρε άλλη μια τζούρα. Την κράτησε λίγο και την έβγαλε. Ξαναχαμογέλασε με τα μάτια μισόκλειστα. «Άκου, “Τρία Βληματα για την Έξοδο από την Κτίση”… Τέλεια. Λοιπόν, γιά να δούμε: Έναν υπερσυντηρητικό ντιντή, αιωνίως αποτυχημένο τον θέλουμε οπωσδήποτε. Στον αντίποδα, έναν επαναστάτη ντιντή, ωραίο, πονηρό. Και τρίτο…» Απέμεινε με τα δάχτυλα μετέωρα πάνω από το πληκτρολόγιο. Αδύνατον να σκεφτεί τον τρίτο. Το βλέμμα του πλανήθηκε στο γραφείο του και σταμάτησε πάνω στην οικογενειακή φωτογραφία που τον είχε υποχρεώσει η μαμά του να κορνιζάρει και να έχει εκεί. Η Μαμά, ο Μπαμπάς, η θεία Ευθαλία, ο θείος Βαγγέλης… Ώπα, αυτό είναι. «Έναν πολυλογά, φιλόδοξο παλαιοκομματικό… Τέλεια, γουστάρω, θα κάνει φανταστικό ποφ!…»

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Βράχο-βράχο τον καημό μου

Image

Ο Παρθενώνας αναστέναξε. Ευτυχώς, δεν τον πήρε χαμπάρι κανείς. Κανείς δεν βρισκόταν στον βράχο εκείνη την ώρα κι από κανένα παράθυρο, κάτω στην πόλη, δεν ήταν ορατή η δυσφορία του. Μετά από 2.500 χρόνια ορθοστασίας εκεί πέρα, είχε αποκτήσει μερικές ιδιότυπες ευαισθησίες. Παράξενο, εδώ που τα λέμε. Θυμήθηκε τόσα και τόσα που του είχαν συμβεί μέσα στους μακρόσυρτους αιώνες. Πόσο λίγο κράτησαν τα νιάτα και η λάμψη… Κι αυτός ο Περικλής πια… ε, έφτασε λίγο στην υπερβολή. Αλλά εδώ που τα λέμε, γιατί όχι; Έτσι είναι οι θρησκευτικοί ναοί που σέβονται τον εαυτό τους. Μεγαλοπρεπείς. Τόσος ανταγωνισμός υπάρχει. Βέβαια, ο Παρθενώνας δεν ήταν απλώς μεγαλοπρεπής, αλλά και κούκλος. Το είχε το «πακέτο», το είχε από πάντα. Ήταν υπέροχος.

Αναστέναξε και πάλι. Όχι, δεν τον πολυένοιαζαν πια όλες αυτές οι φθορές. Το έβρισκε σχεδόν κολακευτικό που όλοι ήθελαν να έχουν ένα κομμάτι του. Καλά, εκείνη η έκρηξη, πριν από –πόσα ήταν; 400τόσα χρόνια κιόλας– ήταν κάπως επώδυνη. Συμβαίνουν αυτά. Ένα όμως δεν μπορούσε να χωνέψει με τίποτα: όποτε τον έμπλεκαν με τα πολιτικά. Μα να μπλέκουν την ομορφιά με τα πολιτικά; Ανυπόφορο. Ταπεινωτικό, για ένα δημιούργημα που ήταν και παραμένει η πεμπτουσία της υπεροχής. Ένα έργο τέχνης. Ένας θρησκευτικός ναός. Πραγματικά, ώρες-ώρες ένιωθε τα σίδερα μέσα στους κίονές του να στριφογυρνάνε τρίζοντας ανατριχιαστικά.

Κανένας δεν τον άκουγε, ευτυχώς. Ευτυχώς…; Όχι, δεν είναι αλήθεια. Το είχε φανταστεί πολλές φορές, πως σηκωνόταν κι έφευγε, πως μετακόμιζε, ας πούμε, στην Αγγλία, σε κανένα ωραίο μουσείο. Ε, μα πια! Εκεί, τουλάχιστον, θα ήξεραν με τι έχουν να κάνουν. Θα τον σέβονταν πραγματικά. Θα έβλεπαν την υψηλή πνευματικότητα που τον γέννησε, ένα επίτευγμα του ανθρώπινου πνεύματος, την ίδια την έννοια της πνευματικής υπεροχής που ενσάρκωνε. [Ή μήπως, την “ενμαρμάρωνε”; Ωραίο αυτό, θα είχε κάτι καινούργιο να σκέφτεται και να γελάει για μερικά χρόνια.] Εκεί, δεν θα παραμόρφωναν τη σημασία του. Κανένας, γραμματιζούμενος ή αγράμματος, δεν θα τολμούσε να πει, «Αυτό είναι δικό μου». Τι να γίνει; Τα τελευταία χρόνια είχε διαρκώς ένα σμάρι ανθρώπους να τον κανακεύουν, να τον καθαρίζουν, να κολλάνε πετραδάκι-πετραδάκι τα θραύσματα. Ήταν ευχάριστο αυτό. Και, ειλικρινά, δεν ήθελε πραγματικά να φύγει. Μόνο την ησυχία του ήθελε. Να στέκεται εκεί και να κοιτά, όπως πάντα, τον κόσμο αφ’ υψηλού. Και να τον καταλαβαίνουν.

ΥΓ. Ο Παρθενώνας είχε προ ολίγου ακούσει το παρακάτω: “Σε άλλη ερώτηση σχετικώς με το τι θα πιστεύει ότι θα του πει η Άγκελα Μέρκελ όταν θα τον συναντήσει για πρώτη φορά, ο Αλέξης Τσίπρας απαντά ότι γνωρίζει μόνο ότι ο ίδιος θα της υπενθυμίσει την ιστορική της ευθύνη απέναντι στους λαούς όλης της Ευρώπης. Δείχνοντας δε στον δημοσιογράφο την Ακρόπολη, η οποία διακρίνεται από το μπαλκόνι του γραφείου του, δηλώνει: «Ξέρετε; Αυτό είναι το πλεονέκτημά μου απέναντι στην κυρία Μέρκελ. Εγώ από το γραφείο μου έχω θέα σε 2500 χρόνια ιστορίας της Δημοκρατίας κι εκείνη μόνο στο Ράιχσταγκ»”.

2 Comments

Filed under Uncategorized