Author Archives: paidikimousa

Το λέει ο νόμος [ Ή: «Nα δεις, φτωχέ μου φουκαρά, πώς μαλακώνω σα δε μου μιλάς σκληρά» ]

Είχε χρόνια ατελείωτα να ταξιδέψει με το ΚΤΕΛ — προσπαθούσε να θυμηθεί πόσα. Τρόπος του λέγειν, «προσπαθούσε να θυμηθεί»· προσπαθούσε μάλλον να ξεχάσει. «Μεγαλώνουμε οδυνηρά» της σφύριζε μια φωνή στο μυαλό της. Το οποίο (μυαλό της), δεδομένης της κατάστασης —δεν βολευόταν στο κάθισμα, ήταν άυπνη, δεν κατάφερνε να συγκεντρωθεί στο βιβλίο της, είχε ξεμείνει από μπαταρία το κινητό της, ήθελε εδώ και ώρα να καπνίσει—, την εκνεύριζε σε αφάνταστο βαθμό. Θα προτιμούσε το μυαλό της να αναμασούσε τώρα εκείνα τα παρηγορητικά του στιλ «είναι ωραία που μεγαλώνουμε, διότι παναπεί ότι ζούμε» και άλλα τέτοια που σου λένε οι οπαδοί της φωτεινής πλευράς της ζωής.

Στην πρώτη πόλη που σταμάτησαν, ο οδηγός κράτησε τους επιβάτες, κυρίως νεαρά παιδιά που επέστρεφαν μετά το Σαββατοκύριακο στη φοιτητούπολή τους, ελεύθερους πολιορκημένους· αν και θα πρόφταιναν να καπνίσουν στα κλεφτά ένα τσιγάρο. Οπότε, έβαλε μαξιλάρι την τσάντα της και κοιμήθηκε· εξάλλου, «πες πως ταξιδεύεις με το φοιτητικό σου λεωφορείο», χαμογέλασε στη σκέψη της επιστροφής σε έναν προηγούμενο εαυτό. Και ονειρεύτηκε. Ονειρεύτηκε το ποτάμι της αλλά χειμώνα, τσιγγανάκια να χορεύουν γύρω από μια φωτιά απειλητική, ένα νεκροταφείο αυτοκινήτων δίπλα σε καβάκια — και ξύπνησε στον «σταθμό ξεκούρασης»: στάση-καφές-τσιγάρο.

Με το κέφι της σταθερά βελτιούμενο, τον φρέντο ανά χείρας και το τσιγάρο ήδη αναμμένο, κατευθύνθηκε προς το λεωφορείο όπου, όμως, τα πνεύματα είχαν ανάψει (οξείες και βαρείες παρέμεναν ήσυχες στην ανωνυμία τους· πού να τις ξέρουν παιδιά είκοσι χρονών;). Επίκεντρο του καβγά, το «σπιτάκι ταξιδιού» ενός σκυλάκου, μια σταλιά, θα ήταν δεν θα ’ταν πέντε κιλά. «Δεν θα μπείτε! Δεν το επιτρέπω!!» φώναζε έξαλλος ο οδηγός· «Θα τηλεφωνήσω τώρα στην αστυνομία!!!» ανταπαντούσε, επίσης έξαλλη, η μία από τις δύο νεαρές κοπέλες στις οποίες φανερότατα ανήκε ο Κούκι. Ο οποίος Κούκι, μισοβγαλμένος από το «σπιτάκι ταξιδίου», λούφαζε σαν ένοχος ο καημένος στα χάδια της άλλης κοπέλας που έδειχνε, επίσης φανερότατα, στεναχωρημένη. «Κάνε ό,τι θες. Στο λεωφορείο μου δεν μπαίνετε», είπε ο οδηγός και κατευθύνθηκε προς την καφετέρια βγάζοντας καπνούς από τη μύτη χωρίς να έχει ανάψει τσιγάρο.

Πλησίασε τον Κούκι, του χάιδεψε τη μουσούδα και το απαλό κάτασπρο τρίχωμα: «Κοίτα, μια σταλιά φλώρος, τι αναστάτωση προκαλείς», του είπε. «Μη σε νοιάζει, φιλαράκο, μην κάνεις έτσι, φυσικά και θα ταξιδέψεις, έχεις τον νόμο μαζί σου· σκυλάκια κάτω από οκτώ κιλά επιβαίνουν νόμιμα στα μέσα μεταφοράς — αλί στα μεγαλύτερα».

«Θα τον έβαζα στις αποσκευές», είπε η στεναχωρημένη κοπέλα, «αλλά την προηγούμενη φορά που το δοκίμασα, δεν έπαψε να κλαίει».

«Και ήταν τυχερός· διότι θα μπορούσε να πάψει για πάντα να κλαίει· να πάθει ασφυξία. Δεν υπάρχει λόγος, ο Κούκι θα ταξιδέψει».

«Μα δεν μας αφήνει να μπούμε ο οδηγός…»

«Καλά, θα φέρω εγώ την αστυνομία…» — μανία με την αστυνομία η άλλη κοπέλα, που την έπνιγε το δίκιο της και ο εκνευρισμός.

«Την αστυνομία ας την φέρει αν θέλει ο οδηγός, που παραβιάζει τον νόμο», της είπε. «Εσείς δεν έχετε παρά να μπείτε στο λεωφορείο αγνοώντας τον οδηγό: “Το λέει ο νόμος”, πείτε του».

Και κατευθύνθηκε στην καφετέρια· ο οδηγός, ένας άνθρωπος βασανισμένος κι αυτός, παραλάμβανε μόλις τον καφέ του, κρατούσε σβηστό το τσιγάρο του στο χέρι, έψαχνε αναπτήρα.

Άνοιξε την τσάντα της, του πρότεινε τον αναπτήρα της: «Ξέρετε, ο σκυλάκος είναι νόμιμος, έχει άδεια παραμονής στα λεωφορεία», επιχείρησε να αστειευτεί.

«Το ξέρω, μάνα μου», της απάντησε ο οδηγός, σχεδόν τρυφερά. «Άμα είναι κάτω από οχτώ κιλά επιτρέπονται, αλλά διαμαρτύρονται οι επιβάτες».

«Ε, δεν πειράζει», του χαμογέλασε. «“Το λέει ο νόμος”, πείτε τους».

Ο Κούκι έφτασε στον προορισμό του την ίδια ώρα με όλους τους επιβάτες του ΚΤΕΛ. Όταν τον είδαν τα παλικάρια που κάθονταν στο καφέ της αφετηρίας, ρώτησαν σαρκαστικά το (έξαλλο νωρίτερα) κορίτσι: «Κοπελιά, ο οδηγός τον είδε τον σκύλο; Πώς δεν τον πέταξε έξω;»

Και, τότε, εκείνη, με αφοπλιστική ηρεμία, απάντησε: «Επειδή δεν μπορεί. Το λέει ο νόμος»!

Advertisements

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Η Παναγία της Ελλάδας

Πάντοτε της είχαν αδυναμία οι Έλληνες, την ίδια αδυναμία που έδειχναν και στον Υιό της· αδυναμία η οποία αποτυπωνόταν στο γεγονός ότι, κάθε λίγο και λιγάκι, και δι’ ασήμαντον αφορμήν, κατέβαζαν Χριστοπαναγίες — το όνομά της (δεν είχε παράπονο) το είχαν όλοι στα χείλη τους. «Δεν είχε παράπονο» που λέει ο λόγος, δηλαδή. Διότι, τελευταία, είχε πια παραγίνει το κακό, δεν μπορούσε πλέον να βρει στιγμή ησυχία. Κι αυτό, επειδή, όποτε κάποιος την επικαλείται, η Παναγία της Ελλάδας τον ακούει, την Παναγία της μέσα.

Άυπνη πια από τις χιλιάδες Χριστοπαναγίες κάθε μέρα, όλη τη μέρα κι όλη τη νύχτα, ζήλευε την Παναγία των Παρισίων, η οποία μια χαρά τα ’χε καταφέρει η κυρά:  εμφανιζόταν ως «Νοτρ Νταμ», παρίστανε τον μητροπολιτικό ναό των Παρισίων, είχε μπει και σε όλους τους τουριστικούς οδηγούς του κόσμου, είχε μεγάλο σουξέ, και έτσι μπορούσε ωραιότατα, η Παναγία των Παρισίων, να διακοπεύει ανενόχλητη στους εφτά ουρανούς. Είχε, λέει, εμπορικό σουξέ, και είχε αναθέσει σε κάτι αρχαγγέλους εκεί πέρα να ακούνε αντ’ αυτής.

Αντιθέτως, η Παναγία της Ελλάδας ήταν καταδικασμένη να ταράζεται ακατάπαυστα, πολλά νεύρα, παιδί μου, οι Έλληνες τελευταία: «Το Χριστό σου και την Παναγία σου», «Την Χριστοπαναγία σου», «Έλα, Παναγία μου», «Ε, δεν έχεις την Παναγία σου…» — αμ, αυτό; Δεν της έφτανε η τριπλοβάρδια, δεν της έφτανε που δεν είχε καταφέρει να κλείσει μάτι από το Μνημόνιο Ι, κοίτα να δεις τώρα που είχε πια πάρει και τη θέση του Θεού στις προσφωνήσεις.

«ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟ ΣΟΥ, ΡΕ!» άρχισε μια μέρα να τσιρίζει μόνη της, αναγκάζοντας και τον Θεό να πάρει λίγο το βλέμμα του από την οθόνη του υπολογιστή, όπου την έβγαζε όλη τη μέρα βογκώντας: «Πω, ρε πούστη Μου· πρέπει να κάνω γυμναστική». Η εικόνα του της ανέβασε κι άλλο την πίεση. Και συνέχισε: «Μάθετε επιτέλους να μιλάτε σωστά: “Δεν έχεις ΤΟΝ ΘΕΟ ΣΟΥ”, λέμε — ΟΧΙ “ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥ”!!!». Ναι, είχε πάθει νευρικό κλονισμό. Τόσο χάλια ήταν, λοιπόν, η κατάστασή της, που ανάγκασε τoν Θεό της Ελλάδας να πάρει το βλέμμα του από την οθόνη του υπολογιστή, όπου είχε μόλις βάλει στη διαδικτυακή μπαρμπουτιέρα δύο ονόματα («Πικραμμένος» και «Καμένος»), κι ετοιμαζόταν να πατήσει το enter να δει πιο θα βγει («Μα πόσο δίκαιος είμαι, ρε πούστη Μου», σκεφτόταν). Αλλά δεν πρόφτασε.

«Γυναικείες υστερίες… Γαβριήλ, έλα πάρε την Παναγία Μου μέσα»

Κι αυτό ήταν το τελειωτικό χτύπημα για την Παναγία της Ελλάδας. Λιποθύμησε. Έπεσε πάνω στο πληκτρολόγιο. Πάτησε enter. Η διαδικτυακή μπαρμπουτιέρα αποφάσισε: Πικραμμένος. Ο Θεός της Ελλάδας μουρμούρισε: «Πσσς! Μα πόσο δίκαιος είμαι, ρε πούστη Μου. Μου αξίζουν διακοπές με την Παναγία των Παρισίων»…

Λέγεται πως, κατόπιν τούτου, η Παναγία της Ελλάδας έχασε από το σοκ την ακοή της, και ότι συστήνεται πλέον ως Παναγία των Πατησίων. Φημολογείται, επίσης, ότι οσονούπω σε όλες τις εκκλησίες θα αναρτηθεί η εξής πινακίδα:

«Μην επικαλείσθε το όνομα της Παναγίας επί ματαίω».

Το κείμενο αυτό είναι απάντηση στο κείμενο του N.V. Gogol, «Ο Θεός της Ελλάδος» https://ypogeiadiadromi.wordpress.com/2012/05/18/%CE%BF-%CE%B8%CE%B5%CF%8C%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CF%82/

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Την Ελεύθερη Ώρα σου — και περιπάτει!

Ο Πικραμμένος πρωθυπουργός.
Πικραμμένος ο Πρωθυπουργός.
Ο πρωθυπουργός Πικραμμένος.

Όπως και να το πω, η ειρωνεία γελάει υστερικά σε βάρος μου.
«Μπα;» της λέω κι εγώ. «Θα μείνεις πάντα σου σοφιστικέ·
του Καβάφη, του Σεφέρη και του Έλλιοτ».

«Εντάξει, τότε», απαντά ατάραχη. «Τότε,
πάρε την Ελεύθερη Ώρα σου — και περιπάτει».

Image

Leave a comment

Filed under Uncategorized